Αρχειοθήκη ιστολογίου

Κυριακή, 29 Ιουλίου 2018

Σημεία διάθεσης αντιτύπων της 1ης εκδοτικής απόπειρας της Λαϊκής Βιβλιοθήκης (η ανάρτηση θα ανανεώνεται)





Σημεία διάθεσης αντιτύπων της 1ης εκδοτικής απόπειρας της Λαϊκής Βιβλιοθήκης: «Η Συμμετοχή των Ελλήνων Εποίκων της Αζοφικής στο Μαχνοβιτικό Κίνημα (1918-1921)» του Ουκρανού ερευνητή Βολοντιμίρ Μ. Τσοπ (βλ. τον πρόλογο της έκδοσης  και το παράρτημα 1)


Θεσσαλονίκη:
-Λαϊκή Βιβλιοθήκη (Α. Παπανδρέου 18, Νεάπολη)
-Ελευθεριακός Χώρος «Sabot» (Γκαρμπολά 4, Μπιτ Παζάρ)
-Στέκι στην Μόδη (Μόδη 1, κέντρο)
-Κοινωνικός Χώρος για την Ελευθερία «Μικρόπολις» (Βενιζέλου με Βασ. Ηρακλείου 18, κέντρο)
-Ελεύθερος Κοινωνικός Χώρος «Σχολείο για τη Μάθηση της Ελευθερίας» (Βασ. Γεωργίου με Μπιζανίου, Φάληρο)
-Κατάληψη «111» (Εγνατία 111, κέντρο)
-Κατάληψη «Φάμπρικα Υφανέτ» (Ομήρου και Περδίκα, κάτω Τούμπα)
-Κατάληψη «Mundo Nuevo» (Φιλίππου και Σιατίστης, κέντρο)
-Φωτοτυπείο «Bandiera Rossa» (Μελενίκου 25, κέντρο)
-Συνεταιριστικό Βιβλιοπωλείο Καφέ «Ποέτα» (Αριστοτέλους 34, κέντρο)
-Συνεργατικό Βιβλιοπωλείο Καφέ «Ακυβέρνητες Πολιτείες» (Σβώλου 28, κέντρο)
-Βιβλιοπωλείο/Εκδόσεις  «Το Κεντρί» (Δημ. Γούναρη 22, κέντρο)
-Βιβλιοπωλείο από «Ταμείο Αλληλεγγύης Φυλακισμένων και Διωκόμενων Αγωνιστών» (Στέκι στο Βιολογικό, κέντρο)

Αθήνα:
-Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι «Πέρασμα» (Ζωοδόχος Πηγής 95-97 και Ισαύρων, κέντρο)
-Αυτοδιαχειριζόμενο Κυλικείο της Νομικής Σχολής (Σόλωνος και Μασσαλίας, κέντρο)
-Βιβλιοπωλείο «Αλφειός» (Χαρ. Τρικούπη 22, κέντρο)

Κομοτηνή:
-Αναρχικό Στέκι «Utopia A.D.» (Κατάληψη Παλιάς Νομικής)

Κέρκυρα:
-Βιβλιοπωλείο «Αταξικοί Ορίζοντες» (έξω απο τη Φοιτητική Λέσχη του Ιονίου Πανεπιστημίου)

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2018

Παρασκευή 29 Ιούνη - 7μ.μ. - ΕΚΔΗΛΩΣΗ-ΣΥΖΗΤΗΣΗ: Γαλλία 1968: Η επαναστατική έκρηξη




Βασικοί άξονες της παρουσίασης:
-Εισαγωγικά για το γαλλικό κοινωνικό σχηματισμό και για την παγκόσμια εμφάνιση της νεολαίας στη δημόσια σφαίρα των αρχών των sixties
-Απ' την αναταραχή στα πανεπιστήμια στις ταραχές στους δρόμους
-Το κίνημα των καταλήψεων και η γενικευμένη απεργία
-Πολιτική αποσταθεροποίηση και κρατική παλινόρθωση
-Δυναμική και όρια του κινήματος, άμεσος κι έμμεσος απόηχος των γεγονότων

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

8ο Ελευθεριακό Φεστιβάλ Βιβλίου Θεσσαλονίκης



Την Τετάρτη 13 Ιούνη η Λαϊκή Βιβλιοθήκη θα παραμείνει κλειστή, αφού θα συμμετέχει με πάγκο με βιβλία στο 8ο Ελευθεριακό Φεστιβάλ Βιβλίου Θεσσαλονίκης, που θα διεξαχθεί στο πάρκο κάτω από τη ρωμαϊκή αγορά στις 12, 13 και 14 Ιούνη.







Τρίτη, 29 Μαΐου 2018

Πέμπτη 7 Ιούνη - 7 μ.μ. ΠΡΟΒΟΛΗ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ & 8.30 μ.μ. ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΜΠΡΟΣΟΥΡΑΣ για Χιλή 1970-1973









Πέμπτη 7 Ιούνη



7 μ.μ. – ΠΡΟΒΟΛΗ του 3ου μέρους του ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ: «Η μάχη της Χιλής» (P. Guzman)

Ο Πατρίσιο Γκουζμάν (1941-) το 1979 ολοκλήρωσε την τριλογία του «Η μάχη της Χιλής» με το 3ο μέρος (υπότιτλος: «Η Λαϊκή Εξουσία»), στο οποίο καταγράφει τη χιλιανή κοινωνικο-πολιτική πραγματικότητα κατά τα έτη 1972-1973.



8.30 μ.μ. – ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ της ΜΠΡΟΣΟΥΡΑΣ από το εγχείρημα ΑΝΤΙΘΕΣΗ: «Ραντεβού με τον Ζ: Η Λαϊκή Ενότητα ενάντια στον ταξικό πόλεμο (Χιλή 1970-1973)»

Ο Patrick Péquenaud και ο κύριος Ζ παρουσιάζουν: Ραντεβού με τον Ζ
Η μπροσούρα διερευνά τα όρια του προλεταριακού κινήματος στη Χιλή επιχειρώντας να απαντήσει στο ερώτημα του τι ήταν αυτό που κράτησε πίσω αυτό το κίνημα, το οποίο έκανε τα πρώτα βήματα για τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.
H μπροσούρα δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2017 στο Στρασβούργο (Γαλλία). Τα σκίτσα και γενικά η εικονογράφηση του εξωφύλλου και του εσωτερικού είναι πρωτότυπα και τα έχει φτιάξει ο Monsieur K.
Μεταφράστηκε στα ελληνικά και κυκλοφόρησε τον Μάρτη του 2018 από το αντιεξουσιαστικό κομμουνιστικό εγχείρημα Αντίθεση.




[Οι χρόνοι θα τηρηθούν ακριβώς]

Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

Σάββατο 19 Μάη - 7 μ.μ. - ΠΡΟΒΟΛΗ ΤΑΙΝΙΑΣ: Μάης (Τάσος Ψαρράς - 1976)









Σάββατο 19 Μάη, 7 μ.μ. – Προβολή ταινίας:
ΜΑΗΣ

Η ταινία «Μάης» (μεταγενέστερος τίτλος: «Ματωμένος Μάης του ‘36») του Τάσου Ψαρρά (1948-) γυρίστηκε το 1976, 40 χρόνια μετά την καπνεργατική απεργία και τη λαϊκή εξέγερση του Μάη του ’36 στη Θεσσαλονίκη.

Η ταινία (στην –μεταγενέστερη;– έκδοση που θα προβληθεί) αρχίζει στα πρώτα πλάνα της με μια εισαγωγική αφήγηση, το κείμενο της οποίας παρατίθεται [σε εισαγωγικά και πλάγια γράμματα] συνοδευόμενο από ορισμένες παρατηρήσεις για μια διεξοδικότερη ανάγνωση εκείνης της ιστορικής περιόδου [ως υποσημειώσεις]:


«Μετά την κοσμογονία του Κονδύλη και την παλινόρθωση της μοναρχίας(1), στις εκλογές της 26/1/1936 κανένα κόμμα δεν μπόρεσε να πλειοψηφήσει(2). Στην εξουσία παραμένει η υπηρεσιακή κυβέρνηση Δεμερτζή και με υπόδειξη του Γεωργίου Β’ εισέρχεται τον Μάρτιο ο Ιωάννης Μεταξάς σαν υπουργός των στρατιωτικών. Είναι η εποχή που η Ευρώπη αισθάνεται την άνοδο του διεθνούς φασισμού: ο Χίτλερ καταλαμβάνει τη Ρηνανία κι ο Μουσσολίνι εισβάλλει στην Αιθιοπία.
Στις 13 Απριλίου πεθαίνει ο Δεμερτζής κι ο βασιλιάς διορίζει αμέσως ως πρόεδρο της κυβέρνησης τον Μεταξά. Τα κόμματα, με εξαίρεση το Παλλαϊκό Μέτωπο, του δίνουν ψήφο εμπιστοσύνης και δέχονται την πρόταση του να διακόψει επί πεντάμηνο τις εργασίες της η βουλή. Ο δρόμος για τη δικτατορία έχει ανοίξει.
Στη Θεσσαλονίκη, η φασιστική οργάνωση «τα τρία έψιλον» [ΕΕΕ] με την επωνυμία Εθνική Ένωση Ελλήνων, δρα τρομοκρατικά προσπαθώντας να αναχαιτίσει την ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος που βρίσκεται σε άνοδο(3). Τέλη του Απρίλη, ξεσπάει η καπνεργατική απεργία σαν αποτέλεσμα της σκληρής εκμετάλλευσης των καπνεργατών από τους εμπόρους και τις εταιρίες(4).
Η ταινία επισημαίνει τα γεγονότα και δεν φιλοδοξεί να τα αναπαραστήσει(5)



--------------------------------------------------------------------------------------------------------




(1) Το φθινόπωρο του 1935, ο αρχηγός του κυβερνώντος Λαϊκού Κόμματος, Π. Τσαλδάρης ήταν ο αδύναμος κρίκος της δεύτερης προσπάθειας αβασίλευτης αστικής διαχείρισης του μεσοπολεμικού ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Όντας ένας θιασώτης ενός συντηρητισμού στα πλαίσια του κοινοβουλευτικού παιχνιδιού, ο Τσαλδάρης δεν κατάφερε να αποτινάξει τη βασιλική παράδοση που δέσποζε στο συντηρητικό μπλοκ εξουσίας («αντιβενιζελικοί») κι έτσι καταργήθηκε πραξικοπηματικά στις 10/10/35 από τους αρχηγούς των στρατιωτικών επιτελείων Παπάγο, Ρέππα, Οικονόμου υπό την προστασία του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Γ. Κονδύλη (ο οποίος παρεπιμπτόντως είχε αυξημένη ισχύ μετά την καταστολή των φιλοβενιζελικών αξιωματικών και την άσκηση τρομοκρατίας απέναντι σε κομμουνιστικές δυνάμεις όλο τον προηγούμενο καιρό, ιδιαίτερα απ’ τον Μάρτη του ’35 και μετά).
Ο Κονδύλης σχηματίζει αμέσως κυβέρνηση χωρίς ορκωμοσία, αυτοανακηρύσσεται αντιβασιλέας, κηρύσσει στρατιωτικό νόμο και προκηρύσσει το δημοψήφισμα-παρωδία της 3/11/35 για την επαναφορά της βασιλείας, όπου φανατικοί οπαδοί της πολιτειακής μεταβολής παραγέμισαν τις κάλπες με ψηφοδέλτια υπέρ της βασιλείας σε σημείο που ξεπερνούσαν το συνολικό αριθμό των ψηφισάντων. Με το που κλείσανε οι κάλπες μέχρι το πρωί της επομένης, υπηρεσίες του υπουργείου εσωτερικών επιδόθηκαν σε κάθε είδους αλχημείες για να μην εμφανιστεί ένα κωμικό αποτέλεσμα της τάξης του 105% ανακοινώνοντας τελικά το ποσοστό υπέρ της βασιλείας ως 97,8%.
Στις 25/11/35 καταφθάνει στην Ελλάδα ο Γεώργιος ο Β’, ο οποίος παρασημοφορεί τον Κονδύλη και μετά τον «παραιτεί» προκειμένου να σχηματιστεί υπηρεσιακή κυβέρνηση Δεμερτζή κι έπειτα να προκηρυχθούν εκλογές για τις 26/11/36.

(2) Στις εκλογές, τα δύο μεγάλα αστικά κόμματα (Λαϊκό Κόμμα και Κόμμα των Φιλελευθέρων) εμφανίζουν ισορροπία δυνάμεων (για την ακρίβεια, οι Φιλελεύθεροι υπολείπονται μίας έδρας) και δεν μπορούν να σχηματίσουν αυτοδύναμη κυβέρνηση. Έτσι αποκτά ορισμένο βάρος η κοινοβουλευτική δύναμη του ΚΚΕ, το οποίο έχει κατέβει ως Παλλαϊκό Μέτωπο. Έχοντας κάνει στροφή 180 μοιρών από την τακτική του σοσιαλφασισμού (δηλαδή καμία διαφοροποίηση απέναντι στις αστικές δυνάμεις και θεώρηση των σοσιαλδημοκρατών ως φασιστών), το ΚΚΕ ακολουθεί πλέον ενιαιομετωπική πολιτική ελπίζοντας να οικοδομήσει μια αντιμοναρχική συμμαχία με τους Φιλελεύθερους, η οποία έλαβε γραπτή μορφή στις 19/2/36 με το μυστικό (για 40 μέρες) σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα, το οποίο ενσαρκώθηκε με την ψήφο ανοχής του Παλλαϊκού Μετώπου στην ανάδειξη του Σοφούλη ως προέδρου της βουλής.

(3) Για την ακρίβεια, ανάπτυξη του απεργιακού κινήματος και των εργατικών αγώνων παρατηρείται σ’ όλη την ελληνική επικράτεια, και μάλιστα για αρκετά χρόνια μέχρι το 1936.
Ήδη κατά τη διάρκεια της βενιζελικής τετραετίας (1928-1932) όπου η ελληνική οικονομία εμφανίζει σημάδια κατάρρευσης με τη ραγδαία υποτίμηση του νομίσματος κι άρα και της πραγματικής αξίας των ημερομισθίων αλλά και με τον τριπλασιασμό του αριθμού των ανέργων (237.000 όταν η εργατική τάξη υπολογιζόταν στις 560.000), υπάρχει μια πρωτόγνωρη μαζικότητα και δυναμικότητα στους αγώνες των καταπιεζόμενων μαζών, καθώς κι αιματηρές συγκρούσεις. Ενδεικτικά: στις 30/1/28 ένοπλοι αγρότες στην Κρήτη πυρπολούν τα αρχεία της εφορίας διαμαρτυρόμενοι για τα φορολογικά μέτρα/ τον Ιούνη του ’28 στην Καβάλα ξεσπούν συγκρούσεις των απεργών καπνεργατών, αρτεργατών, τροχιοδρομικών με την χωροφυλακή: έξι νεκροί εργάτες και δεκάδες τραυματίες/ στις 1/2/29 πραγματοποιείται απεργία 7.000 μεταλλωρύχων στο Λαύριο. Νεκρός ο εργάτης Συρίγγος/ στις 20/10/31 ξεσπάει απεργία υποδηματεργατών σε Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη, Καλαμάτα και διαρκεί 45 μέρες/). Το 1932 – που τον Απρίλη κηρύσσεται η Ελλάδα σε κατάστασης πτώχευσης και στάσης πληρωμών από τον Βενιζέλο, που παράλληλα είχε ακολουθήσει πολιτική φορτώματος των συνεπειών της παγκόσμιας κρίσης του 1929 στους ώμους των υποτελών τάξεων– σημειώθηκαν 200 απεργίες λαμβάνοντας μέρος 80.000 απεργοί.
Στα χρόνια πολιτικής αστάθειας που ακολούθησαν, η πορεία αυταρχικοποίησης της κοινωνικής και πολιτικής ζωής εντείνει παράλληλα και την αμφισβήτηση της νομιμότητας της αστικής κυριαρχίας: οι αγώνες των καταπιεζόμενων μαζών αντί να κάμπτονται, τείνουν να μετουσιωθούν σε απόπειρες μετατροπής των όρων του κοινωνικοπολιτικού βίου. Έτσι σημειωνόντουσαν κινητοποιήσεις και συγκρούσεις στους δρόμους (όπως πχ. στις 5/3/33 μετά την απόπειρα πραξικοπήματος από τον στρατηγό Πλαστήρα πριν την καταμέτρηση των εκλογών, συγκρούσεις κατά τις οποίες σκοτώθηκε ο εργάτης Παυλάκος), ενώ παράλληλα αναπτυσσόταν οργανωτικά και το ΚΚΕ (φτάνοντας από 1.800 μέλη το 1931 σε 15.000 μέλη το 1936) και τα εργατικά συνδικάτα (φτάνοντας από περίπου 100.000 μέλη το 1918 σε 269.000 μέλη το 1936).
Κι ήδη από το 1935 η εργατική τάξη αρχίζει να παίρνει τα πάνω της πραγματοποιώντας απεργίες και συγκρούσεις με την αστυνομία σ’ όλη την Ελλάδα, με ιδιαίτερους σταθμούς τα απεργιακά κύματα των τροχιοδρομικών στην Αθήνα, των αρτεργατών στη Μυτιλήνη, την εξέγερση των σταφιδοπαραγωγών της Πελοποννήσου με τα ένοπλα συλλαλητήρια και τις καθόδους των αγροτών στις πόλεις, τις μάχες στο Ηράκλειο με νεκρούς και τραυματίες εργάτες και την επακολουθούμενη γενική απεργία διαμαρτυρίας εναντίον της σφαγής των εργατών.
Μετά τις εκλογές, όπου η διάσπαση των αστικών πολιτικών δυνάμεων έσπρωχνε τη λαϊκή διαθεσιμότητα προς άλλες κατευθύνσεις, η κυρίαρχη αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου κι εργασίας αρχίζει να εμφανίζεται και στο πολιτικό επίπεδο και να μετατρέπεται σε κοινό παρονομαστή της ανησυχίας όλης της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων (από τα αστικά κόμματα και τον τύπο μέχρι τους βρετανικούς κύκλους –καθότι η Αγγλία ήταν η κύρια πιστώτρια του ελληνικού δημοσίου– κι από τα φιλοβασιλικά ρεύματα αγγλόφιλης ή γερμανόφιλης απόχρωσης μέχρι τις φασιστοειδείς μικροοργανώσεις τύπου ΕΕΕ, Τρίαινα, Σιδηρά Ειρήνη).
Από το σωρευτικό απεργιακό κύμα που ξέσπασε μετά τις εκλογές, βλ. ενδεικτικά: το Φλεβάρη ξεσπά απεργία στο λιμάνι του Πειραιά από 3.500 εργάτες επειδή ο ΟΛΠ αρνείται να εφαρμόσει τους ασφαλιστικούς νόμους και για παρόμοιους λόγους ξεσπά λίγο αργότερα στην Καβάλα απεργία καπνεργατών, ενώ απεργίες πραγματοποιούνται και για την αύξηση της βενζίνης.
Το Μάρτη ξεσπά φοιτητικό κύμα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη που κρατάει σχεδόν όλο το μήνα και περιλαμβάνει πολύωρες συγκρούσεις με την χωροφυλακή η οποία ενίοτε πυροβολεί τους διαδηλωτές (πχ. στα Εξάρχεια πέφτει νεκρός ο φοιτητής Σωτηριάδης κι ακολουθούν συγκρούσεις και την επομένη στην κηδεία στην οποία πήραν μέρος 3.000 φοιτητές). Οι φοιτητές των δύο μεγάλων πόλεων αμύνονται στα κυνηγητά της αστυνομίας με πέτρες και ξύλα και σε κάποιες περιπτώσεις ο αριθμός των τραυματιών αστυνομικών τείνει να πλησιάσει τον αριθμό των τραυματιών φοιτητών. Σε ένδειξη αλληλεγγύης μάλιστα, μαθητές γυμνασίου αλλά και δημοτικού, αρνούνται να μπουν στα μαθήματά τους.
Τον Απρίλη, σε εργοστάσιο οίνου στην Καλαμάτα ξεσπά απεργία αλλά ο στρατός περικυκλώνει το εργοστάσιο και στήνει πολυβόλα. Στο Ηράκλειο άνεργοι επιτίθενται σε αμάξι που μεταφέρει ψωμί και το λεηλατούν, ενώ στην Πύλο η επίθεση της χωροφυλακής για να συλλάβει προκαταβολικά όσους επρόκειτο να κινηθούν για τα ζητήματα της σταφίδας, στοιχίζει τη ζωή του αγρότη Ψυχάρη.

(4) Η Θεσσαλονίκη ήταν κέντρο επεξεργασίας καπνού με 12.000 καπνεργάτες (εκ των οποίων οι 7.500 ήταν γυναίκες) ενώ πανελλαδικώς οι 50.000 καπνεργάτες αποτελούσαν περίπου  το 10% της τότε εργατικής τάξης. Την εποχή εκείνη, οι καπνέμποροι, επωφελούμενοι της μεγάλης ανεργίας που μάστιζε τον κλάδο, αθετούσαν τη συμφωνία που ίσχυε από το 1924 («σύμβαση Παπαναστασίου») κι έριξαν το ημερομίσθιο από 135-150 δραχμές σε 70-80 δραχμές.
Μετά από το καπνεργατικό συνέδριο του Απρίλη στη Θεσσαλονίκη, κηρύσσεται απεργία, την οποία στηρίζει και η Ενωτική Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (ΕΓΣΕΕ ή «Ενωτική») και η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ ή «Γενική»). Η συνδικαλιστική οργάνωση της εργατικής τάξης ήταν χωρισμένη σε δύο ομοσπονδίες από το 1928, όταν η ΓΣΕΕ –10 χρόνια μετά την ίδρυσή της το 1918– αποφάσισε να διαγράψει τους αντιπροσώπους που ακολουθούσαν τη γραμμή του ΚΚΕ, οι οποίοι στις αρχές του ‘29 ίδρυσαν τη ΕΓΣΕΕ. Όμως οι γέφυρες της σταλινικών αποχρώσεων «Ενωτικής» με τη σοσιαλδημοκρατικών αποχρώσεων «Γενική» είχαν χτιστεί από τα τέλη του 1935, όταν η ηγεσία του ΚΚΕ αναθεώρησε την πολιτική των συμμαχιών κι ακολούθησε ενιαιομετωπική πολιτική απέναντι στη μοναρχία.

(5) Τα απεργιακά γεγονότα ξεκινούν την Τετάρτη 29/4 στο καπνεργοστάσιο «Κομέρσιαλ» στη Θεσσαλονίκη, όπου οι εργάτες δίνουν τα αιτήματά τους στη διεύθυνση του εργοστασίου κι όταν η εργοδοσία τα απορρίπτει αδιάλλακτα, οι εργάτες καταλαμβάνουν το  εργοστάσιο. Μέχρι το Σάββατο 2/5, η απεργία των καπνεργατών εξαπλώνεται σ’ όλη την Ελλάδα με τους απεργούς να υπολογίζονται στους 50.000, εκ των οποίων 10.000 απεργοί στην Καβάλα.  Στη Θεσσαλονίκη, οι καπνέμποροι συνεργάζονται με την οργάνωση ΕΕΕ, η οποία πυρπολεί αποθήκες προκειμένου να ενοχοποιήσει τους απεργούς. Οι απεργοί σχηματίζουν φρουρές έξω από τα καπνομάγαζα αλλά δέχονται την επίθεση της αστυνομίας.
Ανεξαρτήτως του αν η συνδικαλιστική ηγεσία ακολουθεί πολιτική επέκτασης των απεργιών, οι εργάτες είναι διαπαιδαγωγημένοι από την παρελθούσα εμπειρία στο πως να εξαπλώνουν μια απεργία με τη στήριξη των άλλων αγωνιζομένων. Τη Δευτέρα 4/5 κατεβαίνουν σε απεργία σε συμπαράσταση στους καπνεργάτες ή/και με τα δικά τους αιτήματα αρκετές κατηγορίες εργαζομένων όπως οι εργάτες ηλεκτρισμού, οι υφαντουργοί, οι τροχιοδρομικοί, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις οι έμποροι κλείνουν τα μαγαζιά τους σε ένδειξη αλληλεγγύης.  Πραγματοποιείται συγκέντρωση 5.000 καπνεργατών όπου στην πορεία ενώνονται με άλλους εργάτες και διπλασιάζεται ο αριθμός τους. Ξεσπούν συγκρούσεις γύρω από τις οδούς Εγνατία και Βενιζέλου μέχρι την πλατεία Βαρδαρίου, κατά τις οποίες τραυματίζεται μία καπνεργάτρια.
Την Τρίτη 5/5 ο ξεσηκωμός κλιμακώνεται κι οι απεργίες αγγίζουν κι άλλους κλάδους (τσαγκαράδες, λαστιχάδες, αρτεργάτες, φοιτητές, κ.ά.). Σε πορεία φυματικών ξεσπούν συγκρούσεις με την αστυνομία, ενώ οι τσαγκαράδες συγκρούονται με φασίστες της ΕΕΕ που ενισχύουν την αστυνομία. Την επόμενη μέρα, 6/5, η αστυνομία επιτίθεται σε συγκέντρωση 500 τσαγκαράδων, όπου γίνονται μάχες σώμα με σώμα και στις οποίες τραυματίζεται ένας απεργός από πυροβολισμό και δεκάδες άλλοι από βάναυσες επιθέσεις της έφιππης χωροφυλακής. Την ίδια μέρα, η αστυνομία στην προσπάθειά της να μπάσει απεργοσπάστριες δέχεται πέτρες από νεαρές (12-14 χρ.) υφαντουργίνες. Παρ’ όλη την κακοποίηση που νιώθουν στο πετσί τους, οι υφαντουργίνες μάχονται σθεναρά, απελευθερώνουν συνάδερφό τους που είχε συλληφθεί ενώ καταφέρνουν να ξηλώσουν και γαλόνια από τους αστυνομικούς. Κι ενώ η απεργία της πλειοψηφίας των εργαζομένων της Θεσσαλονίκης δεν σταματάει να κλιμακώνεται παρά τα φαινόμενα των απεργοσπαστών, την Πέμπτη 7/5 η αστυνομία πραγματοποιεί επιθέσεις στις γειτονιές, εισβάλλοντας σε σπίτια και τραμπουκίζοντας συγγενείς των απεργών.
Την Παρασκευή 8/5, γύρω στις 11 το πρωί, δύο μεγάλες πορείες (7.000 καπνεργάτες και 2.500 υφαντουργοί) εκκινώντας από διαφορετικά σημεία της πόλης, επιχειρούν να προσεγγίζουν το Διοικητήριο (σημερινό Υ.ΜΑ.Θ.), προκειμένου να επιδώσουν ψήφισμα διαμαρτυρίας προς τη Γενική Διοίκηση. Στην πορεία των καπνεργατών, οι αστυνομικές δυνάμεις αφήνουν την 15μελή επιτροπή να προχωρήσει και μόλις αποκόπτεται από το πλήθος, τη συλλαμβάνουν. Αμφότερες οι πορείες δέχονται την επίθεση της χωροφυλακής, έφιππης (σπαθιά) ή μη (γκλομπ), αλλά παρά την αλλεπάλληλη διάλυσή τους καταφέρουν να ανασυγκροτηθούν υψώνοντας οδοφράγματα κι αντλώντας πολεμοφόδια από τις πέτρες και τα ξύλα των νεοαναγειρόμενων οικοδομών της οδού Βενιζέλου. Από τα μπαλκόνια οι κάτοικοι ρίχνουν στις δυνάμεις της χωροφυλακής γλάστρες, ποτήρια κι ό,τι άλλο έχουν εύκαιρο, κι εκείνες απαντούν με πυροβολισμούς στα παράθυρα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, για να προστατευτούν από τις σφαίρες, οι απεργοί κρύβονται πίσω από σωρούς πετρών που έχουν συσσωρευτεί στο δρόμο. Υπάρχουν επίσης περιστατικά όπου γυναίκες ανατρέπουν τους έφιππους χωροφύλακες ενώ συνήθως οι αστυνομικές επελάσεις αποκρούονταν με πέτρες, κάτι που επέφερε κι ορισμένους τραυματίες αστυνομικούς.
Όταν η επιμονή των διαδηλωτών τούς ωθεί στο Διοικητήριο, ο στρατός αψηφά τη διαταγή της καταστολής των απεργών. Οι στρατιώτες δεν κάνουν καμία κίνηση, ενώ κάποιοι δακρύζουν, με αποτέλεσμα να διαπληκτίζονται με τους αστυνομικούς. Ένας αξιωματικός, αφού απευθύνεται στους φαντάρους να τον ακολουθήσουν, μπαίνει στη μάζα των εργατών μαζί με 4-5 φαντάρους. Στην επόμενη διαταγή, πάλι ο στρατός στέκεται ακίνητος κι επιστρατεύονται αντλίες νερού για τη διάλυση των διαδηλωτών. Το κέντρο της Θεσσαλονίκης παρέμεινε πεδίο μάχης για 3-4 ώρες ενώ υπήρξαν 70 τραυματίες.
Η κυβερνητική μεθόδευση για το τσάκισμα της διαδήλωσης φέρνει τα αντίθετα αποτελέσματα, καθώς η υπέρμετρη αστυνομική βία ευαισθητοποίησε κι άλλους κλάδους εργαζομένων, όπως πχ. οι αυτοκινητιστές. Η κυβέρνηση απαντά με διάταγμα επιστράτευσης των τροχιοδρομικών και των σιδηροδρόμων κι αναθέτει στο 3ο Σώμα Στρατού να βρίσκεται σε ετοιμότητα. Όλο το βράδυ άντρες και γυναίκες ήταν στους δρόμους ενώ οι γέροι και τα παιδιά ήταν στις γειτονιές όπου τραμπουκίζονταν από φασίστες της ΕΕΕ και λοιπούς χαφιέδες.
Την επόμενη μέρα, Σάββατο 9/5 το πρωί, η Θεσσαλονίκη έχει την όψη πολιορκημένης πόλης, καθώς περιπολίες και πολυβόλα έχουν στηθεί στα κεντρικά σημεία. Απ’ την άλλη, το απεργιακό μέτωπο διευρύνεται με τη συμμετοχή λιμενεργατών, μυλεργατών κι άλλων βιομηχανικών εργατών πλάι στην πλειοψηφία των καταστηματαρχών που κρατούν κλειστά τα καταστήματά τους. Σχεδόν όλοι οι εργαζόμενοι της πόλης θέλουν να πάρουν μέρος στη διαδήλωση διαμαρτυρίας για τις βίαιες επιθέσεις εναντίον των απεργών κι οι δρόμοι πλημμυρίζονται από διαδηλωτές που επιθυμούν να κατευθυνθούν και πάλι προς το Διοικητήριο. Οι εκτιμήσεις για τον όγκο ποικίλλουν από 25.000 μέχρι 50.000 κόσμου.
Γύρω στις 10.30 στη συμβολή των οδών Εγνατία με Βενιζέλου, διέρχεται αυτοκίνητο της αστυνομίας με συλληφθέντες μέλη της απεργιακής επιτροπής των αυτοκινητιστών. Οι απεργοί επιτίθενται στο αυτοκίνητο κι απελευθερώνουν τους συλληφθέντες και ξεσπούν συγκρούσεις. Τότε, αστυνομικοί με πολιτικά που ήταν τοποθετημένοι σε εξώστες καταστημάτων, ανοίγουν πυρ στους διαδηλωτές. Οι πρώτοι νεκροί πέφτουν στην οδό Συγγρού και στην Αντιγονιδών. Οι διαδηλωτές ξηλώνουν μια πόρτα και βάζοντας το πτώμα του πρώτου νεκρού επάνω της, κάνουν την περιφορά του συνεχίζοντας την πορεία προς το Διοικητήριο με αποδοκιμασίες και ρίψεις πετρών στα δολοφονικά όργανα της τάξης. Κι εκεί που φαίνεται να υποχωρεί η χωροφυλακή, κάνει μεταβολή και πυροβολεί στο πλήθος που βρίσκεται στην Εγνατία σκορπίζοντάς το. Συνολικός απολογισμός της τετράωρης σφαγής είναι 12 νεκροί και 300 τραυματίες, από τους οποίους οι 32 βαριά τραυματισμένοι.
Μετά τη διάλυση της διαδήλωσης, αρχίζουν να χτυπάνε καμπάνες στην εκκλησία του Αγ. Δημητρίου ως έναυσμα για να κατέβει ο κόσμος στους δρόμους από τις γειτονιές. Ενώ αποσύρονται οι χωροφύλακες, επανέρχονται οι απεργοί, καθώς και γυναίκες και παιδιά. Με το αίμα που λιμνάζει στους δρόμους, γράφονται πινακίδες με τα ονόματα των νεκρών στα σημεία που σκοτωθήκαν, ενώ με λουλούδια στήνονται πρόχειρα μνημεία. Αντί για φόβο κι υποχώρηση, κυριαρχεί στις μάζες η οργή, η αγανάκτηση, μια έξαψη για εκδίκηση, η ανασύνταξη κι η επίθεση. Πλήθη γεμάτα οργή πολιορκούν τα αστυνομικά τμήματα, επιτίθενται με πέτρες και ξύλα σε χωροφύλακες απειλώντας να τους λυντσάρουν. Ο διοικητής του 3ου Σώματος Στρατού, Ζέππος, εκδίδει διαταγή να αποσυρθούν οι αστυνομικοί μέσα στα τμήματα και τοποθετεί στρατιωτική φρουρά έξω από αυτά για προστασία αναθέτοντας σε στρατό τα αστυνομικά καθήκοντα.
Εν τω μεταξύ, στην Εγνατία περί της στάσης Κολόμβου, διέρχεται το αστυνομικό αυτοκίνητο το οποίο λίγες ώρες πριν είχε συλλάβει απεργούς αυτοκινητιστές: ομάδα διαδηλωτών σταματά το όχημα, ξυλοκοπάει άγρια τον οδηγό και πυρπολεί το αστυνομικό όχημα. Αλλεπάλληλες διαδηλώσεις προς διάφορα σημεία, σε κάθε διασταύρωση, και μια ιαχή κυριαρχεί σ’ όλη την Εγνατία: «Κάτω ο Μεταξάς», «Κρεμάλα στον Ντάκο» (τον αστυνομικό διευθυντή). Ανάστατος ο λαός αλλά οι επίσημοι εκπρόσωποί του προσπαθούν να τον συγκρατήσουν. Μια μειοψηφία εργατών ζητά όπλα, ρίχνει το σύνθημα της κατάληψης και πυρπόλησης των αστυνομικών τμημάτων και των αστυνομικών των ίδιων, αλλά καταγγέλλονται από τους ηγέτες του ΚΚΕ ως προβοκάτορες.
Όσο προχωρούσε η ώρα, η συγκέντρωση γίνεται τεράστια το απόγευμα καλύπτοντας όλα τα κεντρικά σημεία της πόλης. Οι διαδηλώσεις συνεχίζονται μέχρι τις νυχτερινές ώρες, ενώ οι καμπάνες ηχούσαν μέχρι τη βαθιά νύχτα. Λέγεται μάλιστα, ότι την καμπάνα της εκκλησίας του Αγ. Δημητρίου την έκρουε επί δύο ώρες ο βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος, Ρίζος, τον οποίο είχαν συλλάβει οι διαδηλωτές και τον χρησιμοποιούσαν ως κωδωνοκρούστη.
Αποσπάσματα στρατιωτών -που απ’ την αρχή είχαν δείξει φιλικές διαθέσεις- δεν είναι διατεθειμένα να χτυπήσουν συγγενείς τους και συναδελφώνονται με τους εργάτες, οι οποίοι κυριαρχούν και στο κέντρο της πόλης και στις συνοικίες. Καθότι επήλθε ουσιαστική κατάλυση όλων των επίσημων αρχών της πόλης, σχηματίζονται λαϊκές φρουρές κι ενισχύονται οι απεργιακές φρουρές για τη νύχτα.
Τα πάντα έχουν σταματήσει στην επαναστατημένη πόλη – με τον εξεγερμένο λαό στους δρόμους, το μόνο που κινείται είναι τα ταξί της Κεντρικής Απεργιακής Επιτροπής (οι γραμματείς των συνδικάτων, περίπου 40 άτομα), που έχουν αναλάβει τις άκαρπες μέχρι στιγμής διαπραγματεύσεις με τον Ζέππο. Τότε σε συνεδρίασή της, κάνουν την εμφάνιση και γίνονται δεκτοί κατά πλειοψηφία οι βουλευτές του Κόμματος των Φιλελευθέρων, Ζάνας και Μαυροκορδάτος, που αρχικά ζητούν τη λύση της απεργίας στα νοσηλευτικά ιδρύματα και κατόπιν επεμβαίνουν γενικότερα στο ζήτημα της απεργίας.
Την επομένη, Κυριακή 10/5, γίνεται η κηδεία στην Ευαγγελίστρια και στα εβραϊκά νεκροταφεία. Σύσσωμος σχεδόν ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης παρευρέθηκε εκείνη την ημέρα ενώ κατέφθασαν και χιλιάδες αγρότες απ’ τα γύρω χωριά. Σύμφωνα με εφημερίδες της εποχής, ο αριθμός των συγκεντρωμένων αγγίζει τις 150.000, χωρίς να αποκλείεται το νούμερο να είναι ακόμη και διπλάσιο. Ανάμεσα στα μοιρολόγια ξεσπούν άγριες και γεμάτες λύσσα κραυγές: «Εκδίκηση», «Θάνατος στους δολοφόνους».
Στα νεκροταφεία προσέρχεται πυκνή λαοθάλασσα από την Τούμπα, από την Εθν. Αμύνης, από την Αγ. Δημητρίου, ενώ από την πλατεία Ελευθερίας και την οδό Βασ. Ηρακλείου όπου καλεί στα γραφεία της η Κεντρική Απεργιακή Επιτροπή, ξεκινάνε επίσης χιλιάδες κόσμου. Μπροστά στην Παναγία Χαλκέων βρίσκεται παραταγμένη μια ισχυρή στρατιωτική δύναμη που έχει την εντολή να αλλάξει την κατεύθυνση της πορείας. Ο ταγματάρχης Μαρινάκης διαβεβαιώνει την Επιτροπή ότι δεν πρέπει να φοβάται το στρατό. Οι εργάτες τον σηκώνουν στα χέρια και τον τοποθετούν στην κορυφή της διαδήλωσης. Μετά την κηδεία, βγάζουν λόγο ο εκπρόσωπος της Επιτροπής, ο βουλευτής του Παλλαϊκού Μετώπου Σινάκος, κι ο Μαρινάκης, ενώ μίλησαν κι οι εκπρόσωποι των οργανώσεων όπου ανήκαν οι νεκροί.
Όταν οι μάζες φεύγουν, χωρίζονται σε τρεις δρόμους για να καταλήξουν στην πλατεία Ελευθερίας σε ένα επίσης μαζικότατο συλλαλητήριο. Εκεί ο Σινάκος ανακοινώνει ότι ο Ζέππος υποσχέθηκε ότι τα αιτήματα των εργατών θα ικανοποιηθούν και ζήτησε από τους εργάτες να αποσυρθούν. Σιάντος και Σκλάβαινας που ήρθαν στην πόλη, συμβούλευαν την πανελλήνια καπνεργατική ομοσπονδία να σταματήσει την απεργία, ενώ η σαλονικιώτικη σταλινική ηγεσία (Σινάκος και Γκρόζος), μαζί με τους εκπροσώπους της ΓΣΕΕ (Σταυρίδης) και του Εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης (Βεκίδης, Μπελαφινίδης) καλούσαν τους εργάτες να δείξουν «εμπιστοσύνη στα λόγια ενός ανώτατου αξιωματικού» και να διαλυθούν ησύχως.
Αν και διατυπώνονται μερικές φωνές διαμαρτυρίας, το πλήθος γενικότερα πειθαρχεί προς την κομματική και συνδικαλιστική ηγεσία, που προφασιζόμενη συνεννοήσεων για την από κοινού κήρυξη γενικής απεργίας, καθυστερεί όσο ακριβώς χρειαζόταν για να υποχωρήσει το μαχητικό πνεύμα των μαζών και να χαρίσει την πόλη στον Μεταξά. Και πράγματι, τη νύχτα όλοι οι δρόμοι καταλαμβάνονται από χωροφύλακες με πολυβόλα,  καταφθάνουν στρατιωτικές μονάδες κυβερνητικής εμπιστοσύνης από τη Λάρισα και αράζουν στο λιμάνι τέσσερα πολεμικά πλοία.
Την επόμενη μέρα, Δευτέρα 11/5, η πόλη στρατοκρατείται και ξεσπά νέο κύμα βίας και συλλήψεων (μελών Κεντρικής Επιτροπής και κλαδικών απεργιακών επιτροπών) ενώ η σταλινική ηγεσία κατηγορεί το στρατηγό ότι αθέτησε το λόγο της στρατιωτικής του τιμής. Το βράδυ στην Αθήνα, οι ηγεσίες των δύο συνομοσπονδιών κηρύσσουν απεργία για τις 13/5 αφαιρώντας το αίτημα για παραίτηση της κυβέρνησης Μεταξά που κυριαρχούσε στις διαδηλώσεις και διαβεβαιώνοντας ότι τα απεργιακά αιτήματα αφορούν καθαρά οικονομικές διεκδικήσεις.
Την 12/5 γίνονται δεκτά τα περισσότερα οικονομικά αιτήματα και τερματίζεται η απεργία των καπνεργατών. Η 24ώρη πανελλαδική απεργία της 13/5 είχε επιτυχία σε επίπεδο μαζικότητας αλλά το εργατικό κίνημα είχε πάρει τον κατήφορο αφού δεν κατάφερε να αποδεσμευτεί από την κηδεμονία των συνδικαλιστικών και πολιτικών οργανώσεων. Και στο βαθμό που δεν εκμεταλλεύτηκε τις στιγμές που ξεσπάνε αυθόρμητα κι αντίθετα, εγκατέλειψε τα χαρακώματα τη στιγμή της κορύφωσης της δυναμικής του, το εργατικό κίνημα καταδικάστηκε να μείνει απαθές στην αντίστροφη μέτρηση που άρχισε μέχρι την κήρυξη της τεταρτοαυγουστιάτικης δικτατορίας.