Αρχειοθήκη ιστολογίου

Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Νουάρ στη Λαϊκή...

Τετάρτη 2 Αυγούστου (9.00) - Το Γεράκι της Μάλτας (Τζ. Χιούστον, 1941)

FILM NOIR στη Λαϊκή Βιβλιοθήκη, Πράξη 1η :

The Maltese Falcon (1941)

Το Γεράκι της Μάλτας (1941), που αποτελεί το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Τζον Χιούστον [1906-1987] κι είναι η 3η και πιο διάσημη κινηματογραφική διασκευή του ομώνυμου μυθιστορήματος (1929) του Ντάσιελ Χάμετ [1894-1961], θεωρείται ως απαρχή του film noir. Του κύκλου δηλαδή μαύρων (θεματικά κι οπτικά σκοτεινών) ταινιών που γυρίστηκαν κυρίως κατά τις δεκαετίες '40 και '50 στην Αμερική και - διαπραγματευόμενες το έγκλημα και την παραβίαση του ηθικού και νομικού κώδικα με μια κάπως κοινή (αισθητική και ιδεολογική) οπτική - αντανακλούν το διάχυτο κλίμα προβληματισμού, αμφιβολιών κι απελπισίας που αναδύθηκε την περίοδο της μεγάλης ύφεσης και γιγαντώθηκε κατά τη διάρκεια αλλά και μετά το Β' παγκόσμιο πόλεμο.
Η επίμονη κι αέναη αναζήτηση του πολύτιμου αγαλματιδίου (το περιβόητο γεράκι) γύρω απ' την οποία περιστρέφεται αφηγηματικά η ταινία, ξεδιπλώνει έναν κόσμο πλεονεξίας, υποκρισίας, δολιότητας κι επιφανειακής κομψότητας ως προϋπόθεση για την επίτευξη ενός κίβδηλου american dream του στιγμιαίου πλούτου και της δύναμης που αυτό αντιπροσωπεύει. Αυτό το μυθικό υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένα τα όνειρα (το οποίο μπορεί να ιδωθεί και ως σύμβολο των ανταλλάξιμων αξιών στις καπιταλιστικές κοινωνίες που αυξάνοντας τις κοινωνικο-οικονομικές ευκαιρίες δημιουργούν και τις προϋποθέσεις της καταστροφής τους), συνιστά το προσκλητήριο της δράσης των πρωταγωνιστών που ακροβατούν ανάμεσα στην υλοποίηση της επιδίωξης της υλικής δύναμης και τις όποιες συνοδεύουσες χαμένες ευκαιρίες ή διαψεύσεις.
Ο σκληροτράχηλος ντετέκτιβ Σάμουελ Σπέιντ (ερμηνεία Χ. Μπόγκαρτ), που ο χώρος κινήσεων του προσδιορίζεται απ' αυτό το γαϊτανάκι της ατέρμονης κι απελπισμένης διεκδίκησης του γλυπτού-θέλγητρου), δεν είναι ένας κλασικός ντετέκτιβ τύπου Ηρακλή Πουαρώ ή Σέρλοκ Χολμς, δηλαδή επιφανών μελών μιας ευνοούμενης πολιτείας (της οποίας το πνεύμα ενσάρκωναν), όπου επιλύοντας το αίνιγμα του εγκλήματος μέσω παραγωγικού συλλογισμού, απέδιδαν προσωπική ενοχή σε όποιον διατάραζε προσωρινά έναν καλοπροαίρετο και καλοκουρδισμένο κόσμο. Αντίθετα, μέσα στο αντιφατικό πλαίσιο της αμερικάνικης μεγαλούπολης, που συγκροτείται όχι μόνο ως τόπος ευημερίας αλλά κι ως τόπος παρακμής και διαφθοράς, ο Σπέιντ ανήκει περισσότερο στη μερίδα των δυσαρεστημένων απ' την κοινωνία, ζώντας στο περιθώριο αυτής και διατηρώντας περισσότερες παραλληλίες σε επίπεδο γλώσσας και συμπεριφοράς με την εργατική τάξη. Όντας ένας αντιφρονούντας άνθρωπος του νόμου, θεωρητικά αξιώνει τη δική του ηθικότητα υπεράνω του νόμου, και πρακτικά επιδεικνύει μια (τουλάχιστον) επιφυλακτικότητα έναντι των επίσημων αρχών και κατ' αυτόν τον τρόπο φαίνεται πρόθυμος να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στον πολιτισμένο άνθρωπο και τον εγκληματία. Απ' τη μια διαθέτει βαθιά γνώση της πιάτσας που του δίνει δυνατότητα επιβίωσης σε μια πόλη νοσηρή και μολυσμένη από τον τυχοδιωκτισμό κι έτσι νιώθει κοντά στο παράνομο στοιχείο, κι απ' την άλλη, στο όνομα μιας κάποιας ανώτερης αίσθησης περί δικαίου, εμφορείται από ένα πραγματιστικό αξιακό κώδικα που τον καλεί να προσκολληθεί στο ιδεώδες μιας ευνοούμενης πολιτείας. Όπως και να 'χει κι ανεξάρτητα απ' το αποτέλεσμα των αμφιταλαντεύσεων του, ο Σπέιντ, ευάλωτος κι απομονωμένος, αιωρείται στο κενό, διαβαίνοντας ανάμεσα σε μια ολοένα και πιο θολή διαχωριστική γραμμή μεταξύ Καλού και Κακού, εκφράζοντας μια κοσμοθεωρία λιγότερο αισιόδοξη ως προς το όραμα της για τη σύγχρονη κοινωνία, από τους προκατόχους του ντετέκτιβ. Ανίκανος ή αδιάφορος να σηκώσει στην πλάτη του τις ποικίλες κατακτήσεις του δυτικού πολιτισμού, ο σκληροτράχηλος ντετέκτιβ θρέφει το μικρόβιο της αμφιβολίας σχετικά με το πλέγμα των ηθικολογικών βεβαιοτήτων περί κοινωνικής αρμονίας κι ενεργοποιεί τις πολιτισμικές συγκρούσεις που είναι εγγενείς στο πλαίσιο των αστικών-καπιταλιστικών σχέσεων και της γενικευμένης αποστέρησης κι αποξένωσης που αυτές προκαλούν.