Αρχειοθήκη ιστολογίου

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Σάββατο 21 Απρίλη - 7 μ.μ. - ΠΡΟΒΟΛΗ ΝΤΟΚΥΜΑΝΤΕΡ: Τα κορίτσια της βροχής (Αλίντα Δημητρίου - 2011)









Σάββατο 21 Απρίλη – 7 μ.μ. – προβολή ντοκυμαντέρ:
Τα κορίτσια της βροχής (2011)


Το ντοκυμαντέρ «Τα κορίτσια της βροχής» (2011) είναι το τελευταίο ντοκυμαντέρ που σκηνοθέτησε η Αλίντα Δημητρίου (1933-2013) [1]. Αποτελεί το 3ο μέρος της τριλογίας της σκηνοθέτιδας πάνω στην καταγραφή της δράσης των γυναικών που «έφτιαξαν Ιστορία» τα χρόνια 1940-1974 στην Ελλάδα (το 1ο: «Πουλιά στο βάλτο», 2008, για Κατοχή, το 2ο: «Η ζωή στους βράχους», 2009, για Εμφύλιο), κι αναφέρεται στην περίοδο της επταετούς χούντας των συνταγματαρχών (1967-1974).

Πιάνοντας το νήμα των ιστορικών εξελίξεων της μετεμφυλιακής Ελλάδας απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ’60 [2], οι μαρτυρίες των γυναικών εστιάζουν στο έναυσμα για την πολιτική κινητοποίηση που τους έδωσε η πολιτική δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη αλλά και στην ανετοιμότητα που επέδειξαν πριν απ’ την έλευση του χουντικού πραξικοπήματος της 21/4/1967 τόσο οι ίδιες ο νεαρές «λαμπράκισσες» όσο (κυρίως) τα ανώτερα στελέχη της ΕΔΑ [3].

Στη συνέχεια, το υπόλοιπο και μεγαλύτερο μέρος του ντοκυμαντέρ καταγράφει τις μαρτυρίες των 50 γυναικών σχετικά με τους αγώνες και την αντίστασή τους στη δικτατορία αλλά και με τις διώξεις που υπέστησαν απ’ τον τρομοκρατικό μηχανισμό του χουντικού καθεστώτος, οι περισσότερες από τις οποίες συμπεριλαμβάνανε ιδιαίτερα βάναυσες κακοποιήσεις κι άγρια βασανιστήρια (από βασανιστές όπως οι Μάλλιος, Μπάμπαλης, Λάμπρου, Σμαήλος, Γιαννούτσος, Κουβάς, Αδαμόπουλος, Λυκόπουλος, Μήτσος, Σπανός, κτλ. [4]).

Οι μαρτυρίες εναλλάσσονται είτε ανάμεσα στις χρονικές στιγμές της επταετίας είτε ανάμεσα σε στιγμές αγώνα και σε στιγμές καταστολής. Επίσης, σε ορισμένα σημεία του ντοκυμαντέρ, ανάμεσα στις αφηγήσεις των γυναικών μπροστά στο φακό παρεμβάλλονται εικόνες από το σήμερα, όπως επιθέσεις των κατασταλτικών μηχανισμών σε διαδηλωτές κατά τη διάρκεια κινητοποιήσεων της δεκαετίας του ’00.
Μπορεί να μην είναι πλήρης (καθώς βασίζεται μόνο στο επίπεδο της καταστολής κι όχι σ’ αυτό του αγώνα), αλλά αυτή η σύνδεση παρελθόντος και παρόντος δεν είναι και τόσο αμελητέα. Θα μπορούσε μάλιστα να ειπωθεί ότι κινείται σε αγωνιστικούς τόνους, στο βαθμό που διαφοροποιείται από τη δεσπόζουσα ανάγνωση της χουντικής περιόδου εκ μέρους της κυρίαρχης ιδεολογίας των «υπεύθυνων δημοκρατικών φορέων» (από δεξιών μέχρι αριστερών αποχρώσεων), η οποία, όλα αυτά τα χρόνια που το καθεστώς της καπιταλιστικής εξουσίας εξυπηρετείται με τη μορφή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, επιτάσσει κάθε καταγγελία της παρελθούσας δικτατορίας των συνταγματαρχών να υπονοεί ή να συμπεραίνει μια εξύμνηση της παρούσας δημοκρατίας των κομμάτων και των λοιπών εξουσιαστικών μηχανισμών[5].



--------------------------------------------------------------------------------------------------------


[1] Η σκηνοθέτιδα εστίαζε και στο θέμα της διανομής των ντοκυμαντέρ της, ορίζοντας τη δημόσια προβολή τους να είναι απαραίτητα χωρίς οικονομικό αντίτιμο ενώ επεδίωκε να είναι παρούσα και στις προβολές ώστε να συμμετέχει στη συζήτηση που ακολουθούσε.

[2] Οι απεργίες των οικοδόμων (Δεκ. ’60 – Γεν. ’61) κατά την εποχή που μεσουρανούσε η καραμανλική τρομοκρατία, είναι το εναρκτήριο λάκτισμα που έθεσε σε κίνηση την εργατική τάξη και το ευρύτερο λαϊκό κίνημα ενάντια στις αλυσίδες της μετεμφυλιοπολεμικής ηττοπάθειας: μια βαθμιαία αλλά κρίσιμη αμφισβήτηση που δεν επέτρεπε την δεξιά να κρατηθεί στην εξουσία με διαδικασίες που χαρακτηρίζουν τις αστικές δημοκρατίες δυτικού τύπου, αναγκάζοντάς την στο εκλογικό πραξικόπημα της 29/10/1961, όπου ψήφισαν Καραμανλή ακόμη και τα δέντρα…
Κύρια οργανωτική αποκρυστάλλωση της ανερχόμενης δύναμης του εργατικού κινήματος αποτελεί η Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ), που τα πολιτικά της αιτήματα εστιάζουν στις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις (το αίτημα για 15% του προϋπολογισμού να δίνεται στην παιδεία),  στον εκδημοκρατισμό του κράτους και την υπεράσπιση του συντάγματος (βλ. άρθρο 114, όπου ορίζεται ότι η τήρηση των άρθρων του συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των ελλήνων), καθώς και στην απεξάρτηση της ελληνικής οικονομίας απ’ το ξένο κεφάλαιο και της εξωτερικής πολιτικής απ’ τα ξένα κέντρα εξουσίας.
Όπως και να ‘χει, ανεξάρτητα απ’ τον πολιτικό χαρακτήρα που επιχείρησε να δώσει η ΕΔΑ στο ανερχόμενο κίνημα, το γεγονός ότι τα κυριαρχούμενα στρώματα, για πρώτη φορά μετά το 1949, αντιμετώπιζαν με βία τη βία των οργάνων καταστολής (βλ. 70 σοβαρά τραυματίες χωροφύλακες κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων το Δεκέμβρη-Γενάρη), έδωσε ένα αισιόδοξο μαρς για τη συνέχεια.

[3] Ο βουλευτής της ΕΔΑ Γρηγόρης Λαμπράκης, μετά το τέλος της συγκέντρωσης για την ειρήνη και τον πυρηνικό αφοπλισμό που διεξάχθηκε στις 22/5/1963 στη Θεσσαλονίκη, δέχθηκε δολοφονική επίθεση από μέλη του ακροδεξιού παρακρατικού μηχανισμού κι υπέκυψε στα τραύματά του πέντε μέρες αργότερα. Η κηδεία του «έβγαλε στο πεζοδρόμιο» κι άλλα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα που δεν μπορούσαν άλλο να ανέχονται τη χρήση αυταρχικής βίας σε πλατιά κλίμακα απ’ την κοινοβουλευτική δεξιά.
Λίγους μήνες αργότερα προκηρύσσονται εκλογές στις οποίες κερδίζει η Ένωση Κέντρου (ΕΚ) του Γ. Παπανδρέου, που πιέζεται απ’ το λαϊκό κίνημα να χτυπήσει τα δύο βασικά μετεμφυλιακά στηρίγματα της αστικής κυριαρχίας: το στρατό και το βασιλικό θρόνο. Η περίοδος του σχετικού αστικού εκδημοκρατισμού (1963-1965) – η πολυθρύλητη «αποκαραμανλοποίηση» – έφερε ένα ορισμένο εύρος πολιτικών κατακτήσεων για τις αγωνιζόμενες μάζες, οι οποίες βάθυναν τους αγώνες τους σε ουσιαστικές απαιτήσεις, βάζοντας πια σε κίνδυνο τα ίδια τα θεμέλια του πολιτικοοικονομικού καθεστώτος.
Ακόμη, η από αριστερά κριτική της ρεφορμιστικής ηγεσίας της ΕΔΑ, του μετριοπαθούς προγράμματος της και της ηττοπαθούς τακτικής της, αρχίζει να λαμβάνει μεγαλύτερες διαστάσεις, ιδιαίτερα στους κόλπους της νεολαίας. Ενώ πχ. η κίνηση Σοσιαλιστική Συνειδητοποίηση (ΣΟ.ΣΥΝ.) που λειτουργούσε ως φράξια στη νεολαία της ΕΔΑ, είχε ήδη συγκροτηθεί από το 1962, το φθινόπωρο του 1964 η νεολαία της ΕΔΑ μετονομάζεται σε Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη (ΔΝΛ), πιο μετριοπαθές και πιο χαλαρό οργανωτικά σχήμα, στο οποίο όλο και περισσότερα στελέχη από την βάση ασφυκτιούσαν κι αμφισβητούσαν τη συμβιβασμένη κομματική ηγεσία της ΕΔΑ, η οποία με τη σειρά της ήθελε να ξεφορτωθεί τα ζωηρά κι ατίθασα στοιχεία, προχωρώντας τον επόμενο χρόνο σε διαγραφές – πχ του Σωτήρη Πέτρουλα που οδήγησε μετέπειτα στη συγκρότηση της Πανελλήνιας Δημοκρατικής Κίνησης (ΠΑΝ.ΔΗ.Κ.). Παράλληλα, το 1964 εμφανίζονται μαοϊκά, τροτσκιστικά και λοιπά σχήματα.
Η πλειοψηφία των «λαμπράκηδων», παρόλο που δεν ήταν αυτή που έσπρωχνε σε προωθημένες ενέργειες, με τα επαναστατικά σκιρτήματά της έφερνε σε αμηχανία τη μετριοπαθή ηγεσία του κόμματος, ιδιαίτερα μετά την πραξικοπηματική παύση του Παπανδρέου απ’ το παλάτι στις 15/7/1965 και τα αυθόρμητα εξεγερσιακά γεγονότα που ακολούθησαν: το «πεζοδρόμιο» φάνηκε αποφασισμένο να επιβάλει τη θέλησή του ανεβάζοντας στα ύψη το πολιτικό θερμόμετρο, όχι όμως χωρίς απώλειες (βλ. δολοφονία του Σωτήρη Πέτρουλα στη διαδήλωση της 21/7/1965).
Την επόμενη χρονιά, καθώς η υποχώρηση του λαϊκού κινήματος γίνεται ανησυχητικά εμφανής, οι «υπεύθυνοι φορείς» της ΕΚ και της ΕΔΑ, που όλο το προηγούμενο διάστημα προσπαθούσαν να εξημερώσουν τις εξαγριωμένες μάζες, αυτή τη φορά χαρακτήριζαν τη δικτατορία «παραλογισμό» και θεωρούσαν αδύνατη την επιβολή της. Ο επίσημος μηχανισμός της ΕΔΑ, ενώ έκανε εκκλήσεις στο λαό να επαγρυπνεί (βλ. πχ. τη μαραθώνια πορεία του Μάη του ’66 ή τις καταγγελίες για «σκοτεινά σχέδια της Αυλής» σε δημοσιεύματα της «Αυγής»), υποβάθμιζε τον κίνδυνο του πραξικοπήματος και τη συζήτηση του πως αυτό θα αντιμετωπιζόταν (βλ. πχ. την ομιλία Γλέζου σε μεσαία και κατώτερα στελέχη την άνοιξη του ’66 ή ένα χρόνο αργότερα, το περιβόητο πρωτοσέλιδο της «Αυγής» της 21/4/1967, το οποίο ποτέ δεν κυκλοφόρησε ελέω απαγόρευσης κυκλοφορίας, αλλά επρόκειτο να δημοσιεύσει με τίτλο «Γιατί δεν θα γίνει Δικτατορία», το τρίτο και τελευταίο μέρος μιας σειράς κειμένων πάνω σ’ αυτό το ζήτημα). Αναπόφευκτα λοιπόν, η κομματική ηγεσία πιάστηκε στον ύπνο, τη στιγμή που μύριζε ο αέρας από παντού για συνταγματική εκτροπή και για μετάβαση σε κατάσταση απροκάλυπτης επίθεσης στο σύνολο του λαϊκού κινήματος.

[4] Ο Ευάγγελος Μάλλιος εκτελέστηκε απ’ την «Επαναστατική Οργάνωση 17 Νοέμβρη» στις 14/12/1976. Ο Πέτρος Μπάμπαλης εκτελέστηκε απ’ την «Ομάδα Ιούνης ‘78» στις 31/1/1979.

[5] Απ’ τις αρχές της μεταπολίτευσης μέχρι σήμερα, μείζον θέμα στη δημόσια σφαίρα αποτελεί μια μανιχαϊστικού τύπου αντιπαράθεση μιας εξιδανικευμένης δημοκρατίας με μια δικτατορία της οποίας η φρίκη γίνεται τόσο πιο εντυπωσιακή όσο η περιγραφή της είναι πιο απολίτικη. Και μ’ αυτόν τον τρόπο, η αστική δημοκρατία εμφανίζεται ως ο πιο «πολιτισμένος» κι ο πιο «φυσικός» τρόπος κοινωνικής οργάνωσης, φυσικοποιώντας και διαιωνίζοντας τις υπάρχουσες καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις.
Μετά τα γεγονότα της Νομικής το Φλεβάρη και το Μάρτη του ’73 και κυρίως μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου το Νοέμβρη του ’73, όταν διαφαινόταν ως απειλή μια νέα λαϊκή εξέγερση που θα σάρωνε τα πάντα, οι «υπεύθυνοι δημοκρατικοί φορείς» κατόρθωσαν να εκτονώσουν το μένος των καταπιεσμένων κι εκμεταλλευόμενων μαζών, προκειμένου να στερεωθεί η κοινωνική και πολιτική συναίνεση προς τις δεδομένες σχέσεις εξουσίας.
Άλλωστε, κατά τη διάρκεια της επιχείρησης ιδεολογικού αποπροσανατολισμού που διεξάχθηκε απ’ την πτώση της δικτατορίας τον Ιούλη του 1974 μέχρι τις εκλογές του Νοέμβρη του ’74, την λύση Καραμανλή την εσωτερίκευσαν και συνέδραμαν στην επιβολή της, γνωστές δημοκρατικές φίρμες που θέλησαν να εκμεταλλευτούν την ταυτότητα (ή να μιλήσουν εν ονόματι) των «ταλαιπωρημένων βασανισμένων αντιστασιακών αγωνιστών» – ένα κλίμα συμβιβασμού και συμπόρευσης με το αστικό καθεστώς που αποτυπώθηκε ενδεικτικά με την γκανγκστερικού τύπου παραίνεση του Μίκη Θεοδωράκη «Ο Καραμανλής ή τα τανκς».